Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finden
01
ανακαλύπτω, βρίσκω
Etwas oder jemanden entdecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet
ενεστώτα μετοχή
findend
απλός αόριστος
fand
παθητική μετοχή
gefunden
Παραδείγματα
Sie hat ein gutes Restaurant gefunden.
Έχει βρει ένα καλό εστιατόριο.
02
βρίσκω
Eine Meinung über etwas haben
Παραδείγματα
Ich finde das unfair.
Εγώ βρίσκω αυτό άδικο.
03
βρίσκω, ανακαλύπτω
Etwas durch Zufall oder Suche entdecken
Παραδείγματα
Er hat seinen Traumjob gefunden.
Έχει βρει τη δουλειά των ονείρων του.
04
βρίσκομαι
Gefunden werden
Παραδείγματα
Das Handy wird sicher bald gefunden.
Το τηλέφωνο σίγουρα θα βρεθεί σύντομα.
05
λαμβάνω, αποκτώ
Etwas bekommen oder erfahren
Παραδείγματα
Er findet Anerkennung in seinem Job.
Αυτός βρίσκει αναγνώριση στη δουλειά του.



























