Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finden
01
ανακαλύπτω, βρίσκω
Etwas oder jemanden entdecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet
ενεστώτα μετοχή
findend
απλός αόριστος
fand
παθητική μετοχή
gefunden
Παραδείγματα
Ich finde meinen Schlüssel nicht.
Δεν μπορώ να βρω το κλειδί μου.
02
βρίσκω
Eine Meinung über etwas haben
Παραδείγματα
Wie findest du den Film?
Πώς βρίσκεις την ταινία;
03
βρίσκω, ανακαλύπτω
Etwas durch Zufall oder Suche entdecken
Παραδείγματα
Sie hat eine neue Freundin gefunden.
Έχει βρει μια νέα φίλη.
04
βρίσκομαι
Gefunden werden
Παραδείγματα
Der Hund ist wieder gefunden worden.
Ο σκύλος βρέθηκε ξανά.
05
λαμβάνω, αποκτώ
Etwas bekommen oder erfahren
Παραδείγματα
Sie findet keine Ruhe.
Δεν βρίσκει ηρεμία.



























