Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finanzieren
[past form: finanzierte]
01
χρηματοδοτώ, πληρώνω
Etwas mit Geld unterstützen oder bezahlen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finanziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
finanziert
ενεστώτα μετοχή
finanzierend
απλός αόριστος
finanzierte
παθητική μετοχή
finanziert
Παραδείγματα
Das Land finanziert den Bau der Straße.
Η χώρα χρηματοδοτεί την κατασκευή του δρόμου.



























