fern
fern
fɛɐn
fen
federnfeuernfeiern

Ορισμός και σημασία του "fern"στα γερμανικά

01

μακρινός, απομακρυσμένος

Räumlich weit entfernt 
fern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fernsten
συγκριτικός βαθμός
ferner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Raum, Distanz, Geografie
Παραδείγματα
Vom Gipfel sieht man die fernsten Berge der Region. 

Από την κορυφή, φαίνονται τα πιο μακρινά βουνά της περιοχής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store