das fenster
fenster
fɛnstɐ
fenst
finster

Ορισμός και σημασία του "fenster"στα γερμανικά

01

παράθυρο, άνοιγμα στον τοίχο με γυαλί

Die Öffnung in der Wand mit Glas zum Lüften und Licht 
das Fenster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Fenster
γενική πτώση
Fensters
Παραδείγματα
Das Fenster ist offen. 

Το παράθυρο είναι ανοιχτό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store