Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ferngespräch
01
τηλεφώνημα μεγάλης απόστασης, διαπολική συνομιλία
Ein Telefongespräch, das über eine große Entfernung geführt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ferngespräche
γενική πτώση
Ferngespräch(e)s
Παραδείγματα
Das Ferngespräch nach Berlin war sehr teuer.
Η τηλεφωνική κλήση μεγάλης απόστασης στο Βερολίνο ήταν πολύ ακριβή.
LanGeek



























