Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faulenzen
[past form: faulenzte]
01
τεμπελιάζω, αδρανώ
Absichtlich nichts tun oder arbeiten, oft mit einem negativen Unterton
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
faulenze
γ΄ ενικό πρόσωπο
faulenzt
ενεστώτα μετοχή
faulenzend
απλός αόριστος
faulenzte
παθητική μετοχή
gefaulenzt
Παραδείγματα
Faulenzen ist keine Kunst!
Η τεμπελιά δεν είναι τέχνη !



























