Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faulenzen
[past form: faulenzte]
01
τεμπελιάζω, αδρανώ
Absichtlich nichts tun oder arbeiten, oft mit einem negativen Unterton
Παραδείγματα
Faulenzen ist keine Kunst!
Η τεμπελιά δεν είναι τέχνη !
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τεμπελιάζω, αδρανώ