Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faulenzen
01
τεμπελιάζω, αδρανώ
Absichtlich nichts tun oder arbeiten, oft mit einem negativen Unterton
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
faulenze
γ΄ ενικό πρόσωπο
faulenzt
ενεστώτα μετοχή
faulenzend
απλός αόριστος
faulenzte
παθητική μετοχή
gefaulenzt
Παραδείγματα
Er faulenzt den ganzen Tag auf dem Sofa.
Αυτός τεμπελιάζει όλη μέρα στον καναπέ.



























