die faust
faust
faʊ̯st
fawst
frust

Ορισμός και σημασία του "faust"στα γερμανικά

01

γροθιά, γροθιά

Die geballte Hand, bei der die Finger zur Handfläche hin eingekrümmt sind 
die Faust definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fäuste
γενική πτώση
Faust
Παραδείγματα
Er schlug mit der Faust auf den Tisch. 

Χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store