Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Faust
01
γροθιά, γροθιά
Die geballte Hand, bei der die Finger zur Handfläche hin eingekrümmt sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fäuste
γενική πτώση
Faust
Παραδείγματα
Er schlug mit der Faust auf den Tisch.
Χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του.



























