Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Fahrzeug
01
όχημα, μέσο μεταφοράς
Ein Mittel zum Fahren auf Straßen, Schienen oder Wasser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Fahrzeuge
γενική πτώση
Fahrzeug(e)s
Παραδείγματα
Auf der Straße standen viele Fahrzeuge im Stau.
Όχημα στο δρόμο, πολλά οχήματα είχαν κολλήσει στην κίνηση.



























