die fahrbahn
fahrbahn
fa:ɐ̯ba:n
faban

Ορισμός και σημασία του "fahrbahn"στα γερμανικά

01

οδόστρωμα, λωρίδα κυκλοφορίας

Der Teil der Straße, auf dem Fahrzeuge fahren 
die Fahrbahn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fahrbahnen
γενική πτώση
Fahrbahn
Παραδείγματα
Die Fahrbahn war nach dem Regen sehr glatt. 

Ο οδόστρωμα ήταν πολύ ολισθηρό μετά τη βροχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store