Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fahrbahn
01
οδόστρωμα, λωρίδα κυκλοφορίας
Der Teil der Straße, auf dem Fahrzeuge fahren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fahrbahnen
γενική πτώση
Fahrbahn
Παραδείγματα
Die Fahrbahn war nach dem Regen sehr glatt.
Ο οδόστρωμα ήταν πολύ ολισθηρό μετά τη βροχή.
LanGeek



























