Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erwünscht
01
επιθυμητός, αναμενόμενος
Dem Wunsch entsprechend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erwünschtesten
συγκριτικός βαθμός
erwünschter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Verhandlungen führten zum erwünschten Ziel.
Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.



























