Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erwähnen
01
αναφέρω, αναδεικνύω
Etwas oder jemanden in einer Aussage, einem Text oder einem Gespräch nennen oder kurz ansprechen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erwähne
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwähnt
ενεστώτα μετοχή
erwähnend
απλός αόριστος
erwähnte
παθητική μετοχή
erwähnt
Παραδείγματα
Im Buch wird Goethe mehrmals erwähnt.
Στο βιβλίο, ο Γκαίτε αναφέρεται αρκετές φορές.



























