erwähnen
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈvɛːnən/

Ορισμός και σημασία του "erwähnen"στα γερμανικά

erwähnen
01

αναφέρω, αναδεικνύω

Etwas oder jemanden in einer Aussage, einem Text oder einem Gespräch nennen oder kurz ansprechen
erwähnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erwähne
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwähnt
ενεστώτα μετοχή
erwähnend
απλός αόριστος
erwähnte
παθητική μετοχή
erwähnt
Παραδείγματα
Im Buch wird Goethe mehrmals erwähnt.
Στο βιβλίο, ο Γκαίτε αναφέρεται αρκετές φορές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store