erlauben
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈlaʊ̯bən/

Ορισμός και σημασία του "erlauben"στα γερμανικά

erlauben
01

επιτρέπω, αφήνω

Jemandem gestatten, etwas zu tun
erlauben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erlaube
γ΄ ενικό πρόσωπο
erlaubt
ενεστώτα μετοχή
erlaubend
απλός αόριστος
erlaubte
παθητική μετοχή
erlaubt
Παραδείγματα
Es ist nicht erlaubt, in der Bibliothek zu essen.
Δεν επιτρέπεται να τρώτε στη βιβλιοθήκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store