Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erlauben
01
επιτρέπω, αφήνω
Jemandem gestatten, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erlaube
γ΄ ενικό πρόσωπο
erlaubt
ενεστώτα μετοχή
erlaubend
απλός αόριστος
erlaubte
παθητική μετοχή
erlaubt
Παραδείγματα
Es ist nicht erlaubt, in der Bibliothek zu essen.
Δεν επιτρέπεται να τρώτε στη βιβλιοθήκη.



























