Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erlauben
01
επιτρέπω, αφήνω
Jemandem gestatten, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erlaube
γ΄ ενικό πρόσωπο
erlaubt
ενεστώτα μετοχή
erlaubend
απλός αόριστος
erlaubte
παθητική μετοχή
erlaubt
Παραδείγματα
Die Eltern erlauben mir, ins Kino zu gehen.
Οι γονείς μου μου επιτρέπουν να πάω στον κινηματογράφο.
LanGeek



























