erlauben
erlauben
ɛɐ̯laʊ̯bm
elawbm
erlassenerlangenerlahmen

Ορισμός και σημασία του "erlauben"στα γερμανικά

erlauben
01

επιτρέπω, αφήνω

Jemandem gestatten, etwas zu tun 
erlauben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erlaube
γ΄ ενικό πρόσωπο
erlaubt
ενεστώτα μετοχή
erlaubend
απλός αόριστος
erlaubte
παθητική μετοχή
erlaubt
Παραδείγματα
Die Eltern erlauben mir, ins Kino zu gehen. 

Οι γονείς μου μου επιτρέπουν να πάω στον κινηματογράφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store