Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ergreifen
01
πιάνω, αρπάζω
Etwas plötzlich oder fest mit der Hand greifen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
greifen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ergreife
γ΄ ενικό πρόσωπο
ergreift
ενεστώτα μετοχή
ergreifend
απλός αόριστος
ergriff
παθητική μετοχή
ergriffen
Παραδείγματα
Er ergriff ihre Hand und hielt sie fest.
Πιάσει το χέρι της και να το κρατήσει σφιχτά.
02
αδράχνω, καταλαμβάνω
jemanden oder etwas vollständig erfassen, beeinflussen oder beherrschen
Παραδείγματα
Eine tiefe Angst ergriff ihn.
Ένας βαθύς φόβος τον κατέλαβε.



























