der entwurf
entwurf
ɛntvʊɐf
entvoof
wurf

Ορισμός και σημασία του "entwurf"στα γερμανικά

01

σχέδιο, σχεδίασμα

Ein gezeichneter Plan oder eine visuelle Darstellung, die als Grundlage für ein Projekt dient 
der Entwurf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Entwurf(e)s
πληθυντικός τύπος
Entwürfe
Παραδείγματα
Der Architekt präsentierte den Entwurf des neuen Museums. 

Ο αρχιτέκτονας παρουσίασε το σχέδιο του νέου μουσείου.

02

προσχέδιο, σχέδιο

Eine vorläufige schriftliche Version, die noch überarbeitet wird 
Παραδείγματα
Bitte korrigiere den Entwurf meines Aufsatzes. 

Παρακαλώ διορθώστε το προσχέδιο της έκθεσής μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store