Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Entwurf
01
σχέδιο, σχεδίασμα
Ein gezeichneter Plan oder eine visuelle Darstellung, die als Grundlage für ein Projekt dient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Entwürfe
γενική πτώση
Entwurf(e)s
Παραδείγματα
Der Architekt präsentierte den Entwurf des neuen Museums.
Ο αρχιτέκτονας παρουσίασε το σχέδιο του νέου μουσείου.
02
προσχέδιο, σχέδιο
Eine vorläufige schriftliche Version, die noch überarbeitet wird
Παραδείγματα
Bitte korrigiere den Entwurf meines Aufsatzes.
Παρακαλώ διορθώστε το προσχέδιο της έκθεσής μου.
LanGeek



























