entstehen
ent
ˈɛnt
εντ
ste
ˌʃte:
στε
hen
ən
αν
entstellenentsteinenentgehenentstören

Ορισμός και σημασία του "entstehen"στα γερμανικά

entstehen
01

προκύπτω, καταλήγω

Als Folge oder Konsequenz einer Handlung auftreten 
entstehen definition and meaning
Παραδείγματα
Durch den Unfall entstanden hohe Kosten. 

Entstehen προκάλεσε υψηλά κόστη λόγω του ατυχήματος.

02

σχηματίζομαι, προκύπτω

Durch einen Prozess oder eine Entwicklung neu geschaffen werden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
entstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entsteht
ενεστώτα μετοχή
entstehend
απλός αόριστος
entstand
παθητική μετοχή
entstanden
Παραδείγματα
Durch den Vulkanausbruch entstand eine neue Insel. 

Η ηφαιστειακή έκρηξη δημιούργησε ένα νέο νησί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store