entstehen
Pronunciation
/ɛntˈʃteːən/

Ορισμός και σημασία του "entstehen"στα γερμανικά

entstehen
01

προκύπτω, καταλήγω

Als Folge oder Konsequenz einer Handlung auftreten
entstehen definition and meaning
Παραδείγματα
Bei der Reparatur entstand ein neues Problem.
Κατά την επισκευή, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα.
02

σχηματίζομαι, προκύπτω

Durch einen Prozess oder eine Entwicklung neu geschaffen werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
entstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entsteht
ενεστώτα μετοχή
entstehend
απλός αόριστος
entstand
παθητική μετοχή
entstanden
Παραδείγματα
In der Stadt entstehen viele neue Gebäude.
Entstehen σημαίνει « να δημιουργηθεί μέσω μιας διαδικασίας ή ανάπτυξης ».
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store