Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entschuldigen
01
συγχωρώ, ζητώ συγγνώμη
Jemandem vergeben oder um Verzeihung bitten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
schuldigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entschuldige
γ΄ ενικό πρόσωπο
entschuldigt
ενεστώτα μετοχή
entschuldigend
απλός αόριστος
entschuldigte
παθητική μετοχή
entschuldigt
Παραδείγματα
Entschuldigen Sie bitte die Störung.
Συγγνώμη για την ενόχληση, παρακαλώ.
02
ζητώ συγγνώμη, απολογούμαι
Für eigenes Verhalten oder Fehler um Verzeihung bitten
Παραδείγματα
Ich entschuldige mich für das Missverständnis.
Ζητώ συγγνώμη για την παρεξήγηση.



























