Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entschließen
01
αποφασίζω, αποφασίζω να
Nach Überlegung einen festen Entschluss fassen
Παραδείγματα
Nach langem Nachdenken entschloss er sich zum Verkauf.
Μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισε να πουλήσει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποφασίζω, αποφασίζω να