Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entschließen
01
αποφασίζω, αποφασίζω να
Nach Überlegung einen festen Entschluss fassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
schließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entschließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entschließt
ενεστώτα μετοχή
entschließend
απλός αόριστος
entschloss
παθητική μετοχή
entschlossen
Παραδείγματα
Nach langem Nachdenken entschloss er sich zum Verkauf.
Μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισε να πουλήσει.



























