Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entscheiden
01
αποφασίζω, καθορίζω
Eine Wahl zwischen Optionen treffen oder ein Ergebnis bestimmen
Παραδείγματα
Das Schicksal hat anders entschieden.
Η μοίρα αποφάσισε διαφορετικά.
02
αποφασίζω, παίρνω απόφαση
Sich für eine Option bewusst entscheiden
Παραδείγματα
Entscheid dich endlich!
Αποφάσισε επιτέλους !


























