Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entlassen
01
απολύω, εξαιρώ
Aus einer Einrichtung offiziell gehen lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entlasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
entlässt
ενεστώτα μετοχή
entlassend
απλός αόριστος
entließ
παθητική μετοχή
entlassen
Παραδείγματα
Sie wurde nach der Operation entlassen.
Εξήχθη μετά την εγχείρηση.
02
απολύω, παύω
Jemandem kündigen oder aus dem Arbeitsverhältnis entlassen
Παραδείγματα
Der Chef will niemanden entlassen.
Ο προϊστάμενος δεν θέλει να απολύσει κανέναν.



























