entkleiden
Pronunciation
/ɛntˈklaɪ̯dn̩/

Ορισμός και σημασία του "entkleiden"στα γερμανικά

entkleiden
01

ξεγδύνω, απογυμνώνω

Jemandem oder sich selbst die Kleidung ausziehen
entkleiden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
kleiden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entkleide
γ΄ ενικό πρόσωπο
entkleidet
ενεστώτα μετοχή
entkleidend
απλός αόριστος
entkleidete
παθητική μετοχή
entkleidet
Παραδείγματα
Vor dem Schwimmunterricht müssen sich alle Kinder entkleiden.
Πριν από το μάθημα κολύμβησης, όλα τα παιδιά πρέπει να ξεγδύνουν.
02

απογυμνώνω, στερώ

Jemandem etwas Wesentliches nehmen
entkleiden definition and meaning
Παραδείγματα
Der Betrug entkleidete ihn aller Ehre.
Η απάτη τον απογύμνωσε από κάθε τιμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store