Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entkleiden
01
ξεγδύνω, απογυμνώνω
Jemandem oder sich selbst die Kleidung ausziehen
Παραδείγματα
Vor dem Schwimmunterricht müssen sich alle Kinder entkleiden.
Πριν από το μάθημα κολύμβησης, όλα τα παιδιά πρέπει να ξεγδύνουν.
02
απογυμνώνω, στερώ
Jemandem etwas Wesentliches nehmen
Παραδείγματα
Der Betrug entkleidete ihn aller Ehre.
Η απάτη τον απογύμνωσε από κάθε τιμή.


























