das entgelt
ent
ˈɛnt
ent
gelt
gɛlt
gelt
gewelltzeltgeldfeld

Ορισμός και σημασία του "entgelt"στα γερμανικά

01

αμοιβή, πληρωμή

Das Geld, das man für eine Arbeit oder Dienstleistung bekommt 
das Entgelt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Entgelte
γενική πτώση
Entgelt(e)s
Παραδείγματα
Für seine Arbeit bekommt er ein faires Entgelt. 

Για τη δουλειά του, λαμβάνει μια δίκαιη αμοιβή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store