Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entgehen
01
einer Gefahr, Strafe oder unangenehmen Situation nicht ausgesetzt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Mit viel Glück entgingen die Wanderer dem Unwetter.



























