Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entkleiden
01
ξεγδύνω, απογυμνώνω
Jemandem oder sich selbst die Kleidung ausziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
kleiden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entkleide
γ΄ ενικό πρόσωπο
entkleidet
ενεστώτα μετοχή
entkleidend
απλός αόριστος
entkleidete
παθητική μετοχή
entkleidet
Παραδείγματα
Die Krankenschwester entkleidete den Patienten für die Untersuchung.
Η νοσοκόμα γδύθηκε τον ασθενή για την εξέταση.
02
απογυμνώνω, στερώ
Jemandem etwas Wesentliches nehmen
Παραδείγματα
Der Richter entkleidete ihn seines Amtes.
Ο δικαστής τον στέρησε της θέσης του.



























