entgiften
ent
ˈɛnt
ent
giften
gɪftn
giftn
entlüftenentsaften

Ορισμός και σημασία του "entgiften"στα γερμανικά

entgiften
01

αποτοξινώνω, απομακρύνω τις τοξίνες

Giftstoffe aus etwas oder jemandem entfernen 
entgiften definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
giften
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entgifte
γ΄ ενικό πρόσωπο
entgiftet
ενεστώτα μετοχή
entgiftend
απλός αόριστος
entgiftete
παθητική μετοχή
entgiftet
Παραδείγματα
Die Klinik hilft Patienten, ihren Körper von Drogen zu entgiften. 

Η κλινική βοηθά τους ασθενείς να αποτοξινώσουν το σώμα τους από τα ναρκωτικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store