entgiften
Pronunciation
/ɛntˈɡɪftn̩/

Ορισμός και σημασία του "entgiften"στα γερμανικά

entgiften
01

αποτοξινώνω, απομακρύνω τις τοξίνες

Giftstoffe aus etwas oder jemandem entfernen
entgiften definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
giften
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entgifte
γ΄ ενικό πρόσωπο
entgiftet
ενεστώτα μετοχή
entgiftend
απλός αόριστος
entgiftete
παθητική μετοχή
entgiftet
Παραδείγματα
Nach der Chemotherapie muss die Leber entgiftet werden.
Μετά τη χημειοθεραπεία, το συκώτι πρέπει να αποτοξινωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store