Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entfremden
01
αλλοτριώνω, απομακρύνω
Jemanden oder etwas von etwas anderem distanzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
fremden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entfremde
γ΄ ενικό πρόσωπο
entfremdet
ενεστώτα μετοχή
entfremdend
απλός αόριστος
entfremdete
παθητική μετοχή
entfremdet
Παραδείγματα
Sein Verhalten entfremdete ihn seiner Familie.
Η συμπεριφορά του τον απομάκρυνε από την οικογένειά του.
02
απομακρύνω, αλλοτριώνω
Die emotionale oder soziale Distanz zwischen Personen vergrößern
Παραδείγματα
Mit der Zeit entfremdeten sich die Freunde.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι φίλοι απομακρύνθηκαν.



























