eng
eng
ɛng
eng

Ορισμός και σημασία του "eng"στα γερμανικά

01

στενός, σφιχτός

Mit wenig Platz oder schmal in der Form 
eng definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
engsten
συγκριτικός βαθμός
enger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Kleidung, Raum, Form
Παραδείγματα
Die Hose ist zu eng. 

Το παντελόνι είναι πολύ στενό.

02

στενός, κοντά

Mit enger Beziehung oder engem Kontakt 
eng definition and meaning
Παραδείγματα
Wir haben ein enges Verhältnis. 

Έχουμε μια στενή σχέση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store