Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eng
[comparative form: enger][superlative form: engsten]
01
στενός, σφιχτός
Mit wenig Platz oder schmal in der Form
02
στενός, κοντά
Mit enger Beziehung oder engem Kontakt
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
στενός, σφιχτός
στενός, κοντά