Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engagieren
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemanden für eine Aufgabe oder Arbeit einstellen oder anstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
engagiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
engagiert
ενεστώτα μετοχή
engagierend
απλός αόριστος
engagierte
παθητική μετοχή
engagiert
Παραδείγματα
Die Schule engagiert neue Lehrer für das kommende Schuljahr.
Το σχολείο προσλαμβάνει νέους δασκάλους για το επόμενο σχολικό έτος.
02
εμπλέκομαι, ασχολούμαι ενεργά
Aktiv und mit Einsatz für eine Sache arbeiten oder sich einsetzen
Παραδείγματα
Ich möchte mich mehr für den Umweltschutz engagieren.
Θέλω να ασχοληθώ περισσότερο με την προστασία του περιβάλλοντος.



























