Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engagieren
[past form: engagierte]
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemanden für eine Aufgabe oder Arbeit einstellen oder anstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
engagiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
engagiert
ενεστώτα μετοχή
engagierend
απλός αόριστος
engagierte
παθητική μετοχή
engagiert
Παραδείγματα
Die Firma engagiert einen Berater für das Projekt.
Η εταιρεία προσλαμβάνει έναν σύμβουλο για το έργο.
02
εμπλέκομαι, ασχολούμαι ενεργά
Aktiv und mit Einsatz für eine Sache arbeiten oder sich einsetzen
Παραδείγματα
Er engagiert sich seit Jahren in der Flüchtlingshilfe.
Ασχολείται με τη βοήθεια των προσφύγων εδώ και χρόνια.



























