Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endgültig
01
οριστικός, ανεπιστρεπτί
Dauerhaft und unumkehrbar
Παραδείγματα
Das Kapitel ist endgültig geschlossen.
Το κεφάλαιο είναι οριστικά κλεισμένο.
02
τελικός, οριστικός
Bezeichnet das finale Resultat eines Entscheidungsprozesses oder Ereignisses
Παραδείγματα
Die Jury hat ihr endgültiges Urteil gefällt.
Η κριτική επιτροπή εξέδωσε την τελική της απόφαση.


























