Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endgültig
01
οριστικός, ανεπιστρεπτί
Dauerhaft und unumkehrbar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie hat die Beziehung endgültig beendet.
Έχει οριστικά τερματίσει τη σχέση.
02
τελικός, οριστικός
Bezeichnet das finale Resultat eines Entscheidungsprozesses oder Ereignisses
Παραδείγματα
Die endgültige Entscheidung fällt morgen.
Η τελική απόφαση θα ληφθεί αύριο.



























