einzahlen
einzahlen
aɪ̯ntsa:lɐn
aintsaln
einfühlen

Ορισμός και σημασία του "einzahlen"στα γερμανικά

einzahlen
01

καταθέτω, εναποθέτω

Geld auf ein Konto oder in eine Kasse geben 
einzahlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
zahlen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zahle ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
zahlt ein
ενεστώτα μετοχή
einzahlend
απλός αόριστος
zahlte ein
παθητική μετοχή
eingezahlt
Παραδείγματα
Ich zahle das Geld auf mein Konto ein. 

Καταθέτω τα χρήματα στον λογαριασμό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store