Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einzahlen
01
καταθέτω, εναποθέτω
Geld auf ein Konto oder in eine Kasse geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
zahlen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zahle ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
zahlt ein
ενεστώτα μετοχή
einzahlend
απλός αόριστος
zahlte ein
παθητική μετοχή
eingezahlt
Παραδείγματα
Wir zahlen das Geld auf das Sparbuch ein.
Καταθέτουμε τα χρήματα στο βιβλιάριο αποταμιεύσεων.
Λεξικό Δέντρο
einzahlen
ein
zahlen



























