Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einstellen
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemanden für eine Arbeit anstellen, beschäftigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt ein
ενεστώτα μετοχή
einstellend
απλός αόριστος
stellte ein
παθητική μετοχή
eingestellt
Παραδείγματα
Die Firma stellt neue Mitarbeiter ein.
Η εταιρεία προσλαμβάνει νέους υπαλλήλους.
02
παρουσιάζομαι
Pünktlich oder an einem bestimmten Ort erscheinen
Παραδείγματα
Bitte stellen Sie sich um 9 Uhr pünktlich ein.
Παρακαλώ παρουσιαστείτε στις 9 ακριβώς στην ώρα.
03
ρυθμίζω, προσαρμόζω
Etwas richtig oder falsch justieren oder regulieren
Παραδείγματα
Ich muss den Fernseher richtig einstellen.
Πρέπει να ρυθμίσω σωστά την τηλεόραση.
04
σταματώ, διακόπτω
Etwas stoppen
Παραδείγματα
Die Firma stellte die Produktion ein.
Η εταιρεία διέκοψε την παραγωγή.
Λεξικό Δέντρο
einstellen
ein
stellen



























