Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einstellen
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemanden für eine Arbeit anstellen, beschäftigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt ein
ενεστώτα μετοχή
einstellend
απλός αόριστος
stellte ein
παθητική μετοχή
eingestellt
Παραδείγματα
Er wurde wegen guter Leistung eingestellt.
Προσλήφθηκε λόγω καλής απόδοσης.
02
παρουσιάζομαι
Pünktlich oder an einem bestimmten Ort erscheinen
Παραδείγματα
Die Teilnehmer haben sich schnell eingestellt.
Οι συμμετέχοντες εμφανίστηκαν γρήγορα.
03
ρυθμίζω, προσαρμόζω
Etwas richtig oder falsch justieren oder regulieren
Παραδείγματα
Das Gerät lässt sich einfach einstellen.
Η συσκευή μπορεί εύκολα να ρυθμιστεί.
04
σταματώ, διακόπτω
Etwas stoppen
Παραδείγματα
Der Sender stellt den Betrieb ein.
Ο σταθμός διακόπτει τη λειτουργία.
Λεξικό Δέντρο
einstellen
ein
stellen



























