Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einsetzen
01
προσλαμβάνω, χρησιμοποιώ
Jemanden für eine Arbeit anstellen oder etwas verwenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt ein
ενεστώτα μετοχή
einsetzend
απλός αόριστος
setzt ein
παθητική μετοχή
eingesetzt
Παραδείγματα
Der Lehrer setzt verschiedene Methoden im Unterricht ein.
Ο δάσκαλος χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους στην τάξη.
02
αφιερώνω, αναθέτω
Sich einer Aufgabe oder Sache ganz widmen
Παραδείγματα
Er setzt sich mit großer Leidenschaft für den Verein ein.
Αυτός αφιερώνεται με μεγάλο πάθος στο σύλλογο.
03
πολεμώ για
Sich für eine Sache aktiv bemühen
Παραδείγματα
Wir setzen uns für bessere Arbeitsbedingungen ein.
Αγωνιζόμαστε για καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
einsetzen
ein
setzen



























