Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einsetzen
01
προσλαμβάνω, χρησιμοποιώ
Jemanden für eine Arbeit anstellen oder etwas verwenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt ein
ενεστώτα μετοχή
einsetzend
απλός αόριστος
setzt ein
παθητική μετοχή
eingesetzt
Παραδείγματα
Er setzt die Maschine im Werk ein.
Αυτός χρησιμοποιεί το μηχάνημα στο εργοστάσιο.
02
αφιερώνω, αναθέτω
Sich einer Aufgabe oder Sache ganz widmen
Παραδείγματα
Sie setzt sich voll für die Arbeit ein.
Αυτή αφιερώνεται πλήρως στη δουλειά.
03
πολεμώ για
Sich für eine Sache aktiv bemühen
Παραδείγματα
Sie setzt sich für den Umweltschutz ein.
Αυτή αγωνίζεται για την προστασία του περιβάλλοντος.
Λεξικό Δέντρο
einsetzen
ein
setzen



























