Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einsichtig
01
λογικός, κατανοητός
Vernünftig und verständlich
Παραδείγματα
Ein einsichtiger Mensch verhält sich vernünftig in schwierigen Situationen.
Ένας λογικός άνθρωπος συμπεριφέρεται λογικά σε δύσκολες καταστάσεις.


























