einsichtig

Ορισμός και σημασία του "einsichtig"στα γερμανικά

einsichtig
01

λογικός, κατανοητός

Vernünftig und verständlich
einsichtig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am einsichtigsten
συγκριτικός βαθμός
einsichtiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein einsichtiger Mensch verhält sich vernünftig in schwierigen Situationen.
Ένας λογικός άνθρωπος συμπεριφέρεται λογικά σε δύσκολες καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store