Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einsichtig
01
λογικός, κατανοητός
Vernünftig und verständlich
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am einsichtigsten
συγκριτικός βαθμός
einsichtiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist sehr einsichtig und hört gut zu.
Είναι πολύ λογικός και ακούει καλά.



























