Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einräumen
01
Dinge geordnet an ihren vorgesehenen Platz in einem Raum oder Behältnis legen oder stellen , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
räumen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
räumte ein
παθητική μετοχή
eingeräumt
Παραδείγματα
Wir räumen die Möbel wieder ins Zimmer ein.
Λεξικό Δέντρο
einräumen
ein
räumen



























