die einnahme
einnahme
aɪ̯na:mə
ainamē

Ορισμός και σημασία του "einnahme"στα γερμανικά

01

εισόδημα, έσοδο

Geld, das durch Verkauf oder Arbeit hereinkommt 
die Einnahme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Einnahme
πληθυντικός τύπος
Einnahmen
Παραδείγματα
Die Einnahmen der Firma sind gestiegen. 

Τα έσοδα της εταιρείας έχουν αυξηθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store