Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eingeben
01
Daten, Text oder Informationen in ein Gerät, Formular oder System schreiben , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
gab ein
παθητική μετοχή
eingegeben
Παραδείγματα
Man kann die Daten in diese Tabelle eingeben.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
eingeben
ein
geben



























