einfallen
ein
a:n
an
fa
fa
fa
llen
lən
lēn
einfühleneinrollen

Ορισμός και σημασία του "einfallen"στα γερμανικά

einfallen
01

έρχομαι στο μυαλό, μου έρχεται στο νου

Spontan in den Sinn kommen 
einfallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt ein
ενεστώτα μετοχή
einfallend
απλός αόριστος
fiel ein
παθητική μετοχή
eingefallen
Παραδείγματα
Mir ist sein Name wieder eingefallen. 

Μου έρχεται στο μυαλό το όνομά του μου ήρθε ξανά στο μυαλό.

Λεξικό Δέντρο

einfallen

ein

+

fallen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store