Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einfallen
01
έρχομαι στο μυαλό, μου έρχεται στο νου
Spontan in den Sinn kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt ein
ενεστώτα μετοχή
einfallend
απλός αόριστος
fiel ein
παθητική μετοχή
eingefallen
Παραδείγματα
Fällt dir noch ein Beispiel ein?
Σου έρχεται άλλο παράδειγμα στο μυαλό;
Λεξικό Δέντρο
einfallen
ein
fallen



























