Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einfangen
01
πιάνω, μολύνομαι
Sich mit einer Krankheit anstecken
Παραδείγματα
Im Winter fängt man sich leicht etwas ein.
Το χειμώνα, είναι εύκολο να πιάσεις κάτι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πιάνω, μολύνομαι