einfangen
Pronunciation
/ˈaɪ̯nˌfaŋən/

Ορισμός και σημασία του "einfangen"στα γερμανικά

einfangen
01

πιάνω, μολύνομαι

Sich mit einer Krankheit anstecken
einfangen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt ein
ενεστώτα μετοχή
einfangend
απλός αόριστος
fing ein
παθητική μετοχή
eingefangen
Παραδείγματα
Im Winter fängt man sich leicht etwas ein.
Το χειμώνα, είναι εύκολο να πιάσεις κάτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store