Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einfangen
01
πιάνω, μολύνομαι
Sich mit einer Krankheit anstecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt ein
ενεστώτα μετοχή
einfangend
απλός αόριστος
fing ein
παθητική μετοχή
eingefangen
Παραδείγματα
Er hat sich eine Grippe eingefangen.
Έχει πιάσει γρίπη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
einfangen
ein
fangen



























