einfangen
ein
a:n
αν
fan
fan
φαν
gen
gən
γκαν
einfahreneinfalleneinengeneinfügen

Ορισμός και σημασία του "einfangen"στα γερμανικά

einfangen
01

πιάνω, μολύνομαι

Sich mit einer Krankheit anstecken 
einfangen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
fangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fange ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
fängt ein
ενεστώτα μετοχή
einfangend
απλός αόριστος
fing ein
παθητική μετοχή
eingefangen
Παραδείγματα
Er hat sich eine Grippe eingefangen. 

Έχει πιάσει γρίπη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

einfangen

ein

+

fangen

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store