Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einbrecher
01
κλέφτης, διαρρήκτης
Eine Person, die illegal in ein Gebäude einbricht, um zu stehlen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einbrechers
πληθυντικός τύπος
Einbrecher
Παραδείγματα
Der Einbrecher stieg durch das Fenster ein.
Ο κλέφτης μπήκε από το παράθυρο.



























