Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einchecken
01
κάνω check-in, εγγράφω
Sich offiziell an einem Ort anmelden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
checken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
checke ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
checkt ein
ενεστώτα μετοχή
eincheckend
απλός αόριστος
checkte ein
παθητική μετοχή
eingecheckt
Παραδείγματα
Man kann auch per App ins Hotel einchecken.
Μπορείτε επίσης να κάνετε check-in στο ξενοδοχείο μέσω της εφαρμογής.



























