Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einchecken
01
κάνω check-in, εγγράφω
Sich offiziell an einem Ort anmelden
Παραδείγματα
Man kann auch per App ins Hotel einchecken.
Μπορείτε επίσης να κάνετε check-in στο ξενοδοχείο μέσω της εφαρμογής.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κάνω check-in, εγγράφω