Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einbringen
01
συνεισφέρω, συμμετέχω
Sich aktiv mit Ideen, Meinungen oder Taten an etwas beteiligen
Παραδείγματα
Er brachte innovative Vorschläge ins Projekt ein.
Έφερε καινοτόμες προτάσεις στο έργο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνεισφέρω, συμμετέχω