Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einbauen
01
ενσωματώνω
Etwas in einen Text oder Plan integrieren
Παραδείγματα
Sie bauen Feedback der Nutzer in die App ein.
Αυτοί ενσωματώνουν τα σχόλια των χρηστών στην εφαρμογή.
02
εγκαθιστώ, ενσωματώνω
Etwas fest in etwas anderes setzen oder installieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
bauen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut ein
ενεστώτα μετοχή
einbauend
απλός αόριστος
baute ein
παθητική μετοχή
eingebaut
Παραδείγματα
Sie bauen das Fenster gegen einen Balkon ein.
Αυτοί εγκαθιστούν το παράθυρο για ένα μπαλκόνι.
Λεξικό Δέντρο
einbauen
ein
bauen



























