Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einbauen
01
ενσωματώνω
Etwas in einen Text oder Plan integrieren
Παραδείγματα
Der Autor baut viele Zitate in seinen Text ein.
Ο συγγραφέας ενσωματώνει πολλές αναφορές στο κείμενό του.
02
εγκαθιστώ, ενσωματώνω
Etwas fest in etwas anderes setzen oder installieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
bauen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut ein
ενεστώτα μετοχή
einbauend
απλός αόριστος
baute ein
παθητική μετοχή
eingebaut
Παραδείγματα
Wir bauen eine neue Küche in die Wohnung ein.
Εγκαθιστούμε μια νέα κουζίνα στο διαμέρισμα.
Λεξικό Δέντρο
einbauen
ein
bauen



























